Share This Story, Choose Your Platform!
Τριφυλλάρα βάλε ένα γκολ…. Η έλλειψη δημιουργίας και οι αριθμοί που λένε τη σκληρή αλήθεια
Ο Παναθηναϊκός παλεύει για την τιμή, την υπόληψη και τη φανέλα του, τερματίζοντας οριστικά τέταρτος. Αλλά για να πετύχει νίκη ή νίκες, πρέπει να λύσει το τεράστιο πρόβλημα που λέγεται δημιουργία – σκοράρισμα.
Στο πρώτο ματς για τα play-off, στην Τούμπα, ο Παναθηναϊκός έμεινε στο 0-0 με τον ΠΑΟΚ. Είχε μια αρκετά καλή εικόνα και μάλλον τις καλύτερες φάσεις για γκολ στην αναμέτρηση, αλλά στις λιγοστές φάσεις που δημιούργησε γκολ δεν βρήκε. Σε σχέση όμως με το ματς πρωταθλήματος στην Τούμπα και τα δυο ματς κυπέλλου, ήταν σαφώς βελτιωμένος, πιο compact μεσοαμυντικά, χωρίς λάθη στην περιοχή του και χωρίς νεκρά διαστήματα. Στο ματς της Λεωφόρου με τον Ολυμπιακό, έχασε με 0-2 χωρίς να κάνει τίποτα σωστά: ο Γέντβαϊ δώρισε το πρώτο γκολ στον Ζέλσον, η ολιγωρία στο κέντρο της άμυνας επέτρεψε στον Ρόντινεϊ να αλωνίσει και να πετύχει το 0-2 πριν λήξει το πρώτο ημίχρονο κι από κει και πέρα δεν υπήρξε ούτε αντίδραση, ούτε κάποια μεγάλη φάση στην επανάληψη.
Με την ΑΕΚ το πράγμα φάνηκε να στραβώνει από το 17ο λεπτό, όταν μια βιαστική εκτέλεση φάουλ στο κέντρο του γηπέδου, έφερε τον Ζίνι να εφορμά προς την περιοχή του Λαφόν, με τον Ερνάντεθ να τον ανατρέπει και να βλέπει την κόκκινη κάρτα. Από όλα τα παιχνίδια των play-off ο Παναθηναϊκός θα είχε τα περισσότερα ελαφρυντικά αν τελικά έχανε το ματς: έπαιζε με παίκτη λιγότερο για 70+ λεπτά, απέναντι στην πρώτη της βαθμολογίας, η οποία επιπλέον γνώριζε το αποτέλεσμα του ντέρμπι της Τούμπας, άρα είχε πολύ υψηλό κίνητρο να κερδίσει και να αγκαλιάσει το πρωτάθλημα, έχοντας 8 βαθμούς διαφορά από Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ. Ο Παναθηναϊκός όμως, παρότι έπαιζε με 10 παίκτες, ούτε λύγισε, ούτε διαλύθηκε, ούτε αποδέχθηκε τη μοίρα του – αντίθετα στάθηκε παλικαρίσια, αμύνθηκε ψύχραιμα και δημιούργησε και αρκετές ευκαιρίες να σκοράρει: με Τεττέη, με Τσέριν, με Καλάμπρια, με Μπακασέτα. Έμεινε όμως για ένα ακόμα παιχνίδι στο «μηδέν» κι αυτό διότι έχει χάσει την αποτελεσματικότητά του, τον «κυνισμό» του, τον τρόπο να βρίσκει γκολ στις ευκαιρίες που δημιουργεί.
Όταν ήρθε ο Ράφα Μπενίτεθ στον Παναθηναϊκό, ψάχτηκε αρκετά μέχρι να καταλήξει στη διάταξη με τους τρεις κεντρικούς αμυντικούς, η οποία έδωσε μια αμυντική συνέπεια –σε αρκετά ματς– στην ομάδα. Ό,τι δοκίμασε πριν απ’ αυτό, με τετράδα στην άμυνα, αποδείχθηκε προβληματικό: και το 4-3-3 και το 4-2-3-1 και το 4-4-2 που «λάνσαρε» σε κάποια παιχνίδια. Το βασικό πρόβλημα, ήταν ότι οι κεντρικοί του αμυντικοί αποδείχθηκαν επιρρεπείς στα λάθη, τα αμυντικά χαφ δεν έδιναν τις απαραίτητες βοήθειες στην πλάτη του, μερικές φορές τα εξτρέμ δεν γυρνούσαν για να βοηθήσουν τα μπακ.
Με την τριάδα στην άμυνα, ο κεντρικός στόπερ έδινε βάθος στην άμυνα και οι δυο άλλοι μπορούσαν να βγαίνουν –πότε ο ένας και πότε ο άλλος– και να βοηθούν τα πλάγια μπακ. Δεν ήταν η απόλυτη «γιατρειά» αυτή η διάταξη, αλλά έλυσε αρκετά θέματα και έκανε τον Παναθηναϊκό πιο σφιχτό στα μετόπισθεν – πράγμα χρήσιμο στα ντέρμπι και τα δύσκολα ευρωπαϊκά παιχνίδια. Από την άλλη όμως, επειδή κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις πάντα, του αφαίρεσε έναν παίκτη από τη μεσοεπιθετική γραμμή, άρα τον έκανε λιγότερο δημιουργικό και λιγότερο αποτελεσματικό στην απέναντι περιοχή: μπροστά, υπήρχαν μόνο ο φορ και δυο παίκτες, δεξιά κι αριστερά αλλά δεν υπήρχε ένα «οκταρο-δεκάρι» που να πατά την αντίπαλη περιοχή και να γίνεται έξτρα επιθετικός. Όποιος έπαιζε στον άξονα, δίπλα στο «κλασσικό» αμυντικό χαφ (Κοντούρη, Σιώπη ή Τσιριβέγια), έπρεπε να έχει περισσότερο τον νου στα ανασταλτικά του καθήκοντα και λιγότερο στο πώς θα ανέβει ψηλά και θα απειλήσει. Και κάπως έτσι, ο Μπακασέτας, ο Ρενάτο, ο Τσέριν ή όποιος άλλος έπαιζε εκεί, σπάνια ανέβαινε μέτρα στο γήπεδο.
Η αποβολή του Ερνάντεθ με την ΑΕΚ και η τετράδα στην άμυνα όπου πήγε αναγκαστικά ο Μπενίτεθ, έδειξε ότι ακόμα και με δυο στόπερ η άμυνα μπορεί να σταθεί μια χαρά, ακόμα και απέναντι σε μια φύσιν επιθετική ομάδα όπως η ΑΕΚ, με Βάργκα και Ζίνι, ή με Βάργκα και Γιόβιτς για ένα διάστημα, με γρήγορα «φτερά» όπως ο Περέιρα και ο Κοϊτά στην αρχή και ο Ελίασον με τον Κοϊτά στη συνέχεια. Ο Παναθηναϊκός δεν «τρυπήθηκε» στο κέντρο της άμυνάς του, ούτε τα πλάγια μπακ του έγιναν παιχνιδάκι στις ορέξεις των εξτρέμ της ΑΕΚ. Και ακόμα και με αριθμητικό μειονέκτημα, η αυταπάρνηση παικτών που έπαιζαν στο όριο της «κατάρρευσης», επέτρεψαν στους «πράσινους» να αναχαιτίσουν τους κινδύνους πίσω και να βρουν αξιόλογες φάσεις μπροστά, για να πάρουν μια νίκη κόντρα σε κάθε λογική.
Με το πρωτάθλημα ουσιαστικά να έχει τελειώσει για τον Παναθηναϊκό και την τέταρτη θέση να έχει κλειδώσει και μαθηματικά, ίσως τα τελευταία τρία παιχνίδια να είναι μια καλή ευκαιρία να δούμε και κάτι άλλο εκτός από 3-4-3. Να δούμε τετράδα στην άμυνα, έναν επιπλέον παίκτη στη μεσοεπιθετική γραμμή, λίγη παραπάνω δημιουργία και ενδεχομένως μερικά γκολ. Είτε μείνει ο Μπενίτεθ είτε φύγει, καλό είναι να πάρουμε μια γεύση από το τι μπορεί να κάνει ο Παναθηναϊκός με διαφορετικό τρόπο, αξιοποιώντας λίγο παραπάνω το ρόστερ του και δοκιμάζοντας μερικά πράγματα που δεν θα στοιχίσουν, ακόμα κι αν δεν βγουν.
Oι αριθμοί που λένε τη σκληρή αλήθεια
Οι «πράσινοι» δυσκολεύονται αφάνταστα στο κομμάτι της δημιουργίας, με αποτέλεσμα να σκοράρουν ελάχιστα, κάτι που αποτυπώνεται πλήρως στα τρία πρώτα ντέρμπι των πλέι οφ. Ισοπαλία 0-0 με ΠΑΟΚ, ήττα 2-0 από τον Ολυμπιακό, ισοπαλία 0-0 με την ΑΕΚ. Κανένα γκολ, δηλαδή, σε αυτά τα ματς του πρώτου γύρου των πλέι οφ! Δεν είναι, φυσικά, φτωχή η επίδοση μόνο στα πλέι οφ για τους «πράσινους».
Είναι χαρακτηριστικοί οι αριθμοί στα ντέρμπι των πλέι οφ: ΠΑΟΚ – Παναθηναϊκός 0-0 (0,54 xgoals – 0,33 xgoals) Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός 0-2 (0,86 xgoals – 2.07 xgoals) Παναθηναϊκός – ΑΕΚ 0-0 (1,21 xgoals – 2,15 xgoals) Σε κάθε ντέρμπι το «τριφύλλι» έχει λιγότερα xgoals από τον αντίπαλό του και μόνο σε αυτό με την ΑΕΚ ο αριθμός ήταν κάπως ικανοποιητικός, μετά τις τρεις μεγάλες ευκαιρίες που έκαναν οι «πράσινοι» στη Λεωφόρο.
Τα παραπάνω νούμερα επιβεβαιώνουν και με το παραπάνω το επιθετικό πρόβλημα των «πράσινων».









