Share This Story, Choose Your Platform!
Και όμως, αυτός ο «νόστιμος» Παναθηναϊκός είχε τα περσινά υλικά
Μια ομάδα που αλλάζει κάθε χρόνο τον βασικό της κορμό, παίρνοντας και διώχνοντας 8, 10 και 12 παίκτες, είναι «καταδικασμένη» να αποτυγχάνει ξανά και ξανά.
Διότι οι παίκτες που έρχονται, είτε ο προπονητής παραμένει είτε αλλάζει, είναι σε μια διαρκή διαδικασίας «γνωριμίας» μεταξύ τους, με τον προπονητή, με τον οργανισμό συνολικότερα, με τις προσδοκίες, με τη χώρα.
Και μέχρι να ολοκληρωθεί όλο αυτό, κάποιοι φεύγουν, άλλοι βαφτίζονται «ανεπαρκείς», η διαδικασία προσαρμογής δεν ολοκληρώνεται ομαλά ή δεν ολοκληρώνεται ποτέ και πάμε πάλι από την αρχή.

Στον φετινό Παναθηναϊκό άλλαξε ο προπονητής, αλλά δεν έγινε και κανένα «πογκρόμ» στο ρόστερ, δεν ξεριζώθηκε βίαια το μεγαλύτερο κομμάτι του, δεν απαξιώθηκαν οι παίκτες που ήρθαν και δεν πρόσφεραν βάσει της χρηματιστηριακής τους αξίας ή του βιογραφικού τους.
Αντίθετα, κάθε περίπτωση ξεχωριστά αξιολογήθηκε από το Νίστρουπ και τον Κοτσόλη, αναλύθηκαν τα ατομικά τους χαρακτηριστικά, έβαλαν κάτω τι έδωσαν και τι δεν έδωσαν και το αν φταίνε οι ίδιοι που δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν, ή το γενικότερο περιβάλλον, ο τρόπος που τους χρησιμοποίησαν (ή δεν τους χρησιμοποίησαν) οι προηγούμενοι προπονητές τους, η ηλικία τους, η προοπτική που έχουν.

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα παραπάνω, μεταγραφικά όλα όσα έχουν γίνει και όσα αναμένεται να γίνουν, έχουν ξεκάθαρη ποδοσφαιρική λογική: βασικός τερματοφύλακας, δυο ακραία μπακ ώστε να υπάρχει ένα ζευγάρι σε κάθε πλευρά, ένας κορυφαίος σέντερ μπακ που ήρθε και ένας ακόμα με τα στοιχεία που θέλει ο προπονητής, ένα «εξάρι», ένας επιθετικός με διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους άλλους δυο, συν η πιο δύσκολη περίπτωση, δηλαδή ένας «πανωραφάτος» παίκτης στον άξονα.
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς, δεν έρχονται για να πάρουν τη φανέλα του βασικού στο σπίτι τους, αλλά για να παλέψουν για τη θέση τους στην 11άδα – με εξαίρεση τον Ντε Φράι που λογικά θα είναι βασικός στα σημαντικά παιχνίδια, το βασικό «οκτάρι» που θα αποκτηθεί και τον κίπερ Πένια, όλοι οι άλλοι θα πρέπει να «εξηγήσουν» στο Νίστρουπ για ποιο λόγο πρέπει να ξεκινούν στη βασική 11άδα.
Κι αυτό, αυξάνει τον ανταγωνισμό, κάνει πιο δυνατές τις προπονήσεις και ενισχύει την αίσθηση της δικαιοσύνης και της αξιοκρατίας, πράγματα πολύ βασικά για μια υγιή σχέση στα αποδυτήρια.
Ο «νόστιμος» Παναθηναϊκός είχε τα περσινά υλικά

Στο φιλικό κόντρα στη Γκρασχόπερ, η 11άδα του Παναθηναϊκού είχε ελάχιστα νέα πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία παιχνιδιού, τρανή απόδειξη ότι πέρυσι οι παίκτες ούτε αξιολογήθηκαν σωστά, ούτε τοποθετήθηκαν εκεί όπου μπορούν να δώσουν ό,τι καλύτερο μπορούν.
Παρόλο όμως που είδαμε μια 11άδα με ελάχιστους «νέους», η εικόνα της ομάδας έβγαλε φρεσκάδα, σοβαρότητα, ενέργεια, ταχύτητα και σε αρκετά κομμάτια του αγώνα και θέαμα.

Δεν ήταν μια ομάδα που ταλαιπωρούσε τη μπάλα με ανούσιες πάσες μεταξύ άμυνας και μεσαίας γραμμής, δεν έψαχνε 30άρες μπαλιές με σημάδι τον Τεττέη, δεν πρέσαρε άναρχα μπας και κλέψει καμιά μπάλα από σπόντα, δεν άφηνε τη μπάλα στον αντίπαλο μένοντας στο τελευταίο τρίτο του γηπέδου, παίζοντας παθητικά.
Είδαμε έναν Παναθηναϊκό που μετά το πρώτο 15λεπτο κυριάρχησε, επέβαλε τους κανόνες του, έφτιαξε ευκαιρίες, έβαλε τρία γκολ, μπορούσε να βάλει ακόμα τρία και είχε τον απόλυτο έλεγχο του αγώνα δεχόμενος όλη κι όλη μια σοβαρή φάση στο 83’.
Όχι κι άσχημα για μια ομάδα που πέρυσι ήταν η χαρά σχεδόν κάθε αντίπαλου επιθετικού.
Και παρακαλώ πολύ, μην αρχίσουμε την κουβέντα για τη δυναμικότητα της Γκρασχόπερς, διότι οι αντίπαλοι του Παναθηναϊκού στον δεύτερο και τρίτο προκριματικό, θα είναι τέτοιου και χαμηλότερου επιπέδου από τους Ελβετούς.
Υπήρχε το πιο σοβαρό δείγμα άλλωστε του Άγιαξ, στο αμέσως προηγούμενο φιλικό, όπου επίσης η ομάδα του Νίστρουπ είχε καλή εικόνα.
Και υπάρχουν και ένα σωρό παιχνίδια την περσινή σεζόν στη Σούπερ Λίγκα, κόντρα σε ομάδες που πάνω – κάτω έχουν την ίδια δυναμική με τη Γκρασχόπερς, όπου ο Παναθηναϊκός πάτησε τη μπανανόφλουδα και έχασε βαθμούς, επειδή στις δυο φάσεις που του δημιούργησαν οι αντίπαλοι κατάφερε να φάει τουλάχιστον ένα γκολ κι επειδή ο ίδιος δεν είχε καμία ιδέα πώς να ανοίξει μια καλά οργανωμένη άμυνα.
Ο Νίστρουπ δείχνει ότι προσπαθεί να φτιάξει μια κόμπακτ μεσοαμυντική λειτουργία, ελαχιστοποιώντας τα λάθη και ενεργοποιώντας τις αλληλοκαλύψεις.
Να φτιάξει μια ομάδα δημιουργική, που να έχει μια καλή επιθετική ροή και παραγωγή φάσεων.

Και επίσης, να παίρνει πράγματα στο σκοράρισμα όχι αποκλειστικά από το «εννιάρι» του, αλλά και από τους τρεις παίκτες που παίζουν πίσω του.
Αυτό που βλέπουμε ως τώρα, είναι ένα work in progress, που δείχνει ότι η ομάδα βαδίζει στο σωστό δρόμο. Και γι’ αυτή την εποχή, είναι ό,τι καλύτερο μπορούσαμε να περιμένουμε.
Αυτό που βλέπουμε ως τώρα, είναι ένα work in progress, που δείχνει ότι η ομάδα βαδίζει στο σωστό δρόμο. Και γι’ αυτή την εποχή, είναι ό,τι καλύτερο μπορούσαμε να περιμένουμε.







